Ποίημα νούμερο 1


Κάθομαι ακούγοντας την ροή των πραγμάτων,τις πολύβουες λεωφόρους,βάζω τα χέρια μου

στο στόμα κάτι χορεύει μέσα στην σιωπή.ο κόσμος παραμένει το ίδιο μέρος, η οροφή του δωματιού μου

έχει το ίδιο χρώμα,άλλη μία μέρα είμαι τυχερός γέρνω μπροστά σε μία μηχανή με τις ίδιες πιθανότητες.

αλήθεια, μπορούμε να αναλογιστούμε το πραγματικό μέγεθος των πραγμάτων ; ψάχνω για μία νέου είδους

ζωή αλλά δεν είναι σε καμία τσέπη.οι πίνακες παραμένουν στην ίδια έκφραση,είναι μία καλή στιγμή να ανοίξεις

την πόρτα,τα ποικίλα χρώματα της δημιουργίας,η αγάπη τραβούν την προσοχή μου.δεν πρέπει να συνεχίσουμε

στον ίδιο δρόμο ακούω και γυρνάω (πάντα με θεωρούσαν οκνηρό) .Νομίζω αυτοί που λένε ότι είναι ευαίσθητοι

είναι τα χειρότερα γαιδούρια. με ακολουθεί το ραδιενεργό μου πόδι σαν αντίλαλος καθώς παίζω το προσωπικό

μου στοίχημα όλο και μακρύτερα,τα σπουργίτια δεν έχουν βρει ακόμη την φωνή τους.κάποιος κατεβαίνει

τις σκάλες χωρίς να ξέρει τι σημαίνει ένα πυρηνικό ξημέρωμα και ο υπουργός εξωτερικών είναι εντελώς

ακίνδυνος.ένας εργάτης περνά σκαλίζοντας κάτι μασημένο από τον παράδεισο.σκύβω για ένα βλέμμα στο

τζάμι της πόρτας του φορτηγού με τα προιόντα, πως κατάφεραν να φτάσουν και εμείς όχι ; είναι μία απορία

ποιό είναι το βάρος των πραγμάτων που πέφτουν μία τέτοια μέρα όπως και να το κάνεις.τα παγοθραυστικά

λεωφορεία ακολουθούν τα καθορισμένα δρομολόγια και ο σταθμός επίσης δεν έχει σταματήσει το τραγούδι του,

εξετάζω από τις γκρί σκιές στο γαλάζιο φόντο μέχρι το κομψοτέχνημα με τις υπόγειες γέφυρες χαιδεύοντας

τα μαλλιά μου.κάποιος παίκτης πέρασε χοροπηδηχτά τις γραμμές της διάβασης πάνω στην καυτή άσφαλτο.

το χαμογελό μου δεν αξίζει πολλά στα διάφορα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα,η αντανάκλαση κάνει τα παιχνίδια

της στην λακούβα και μία ολόκληρη γενιά θα ξεχυθεί στους ρυθμούς του μεσημεριού μόλις θεωρηθεί έτσι.

πόσο τέλεια μπορεί κάποιος να παγιδέψει τους σπασμούς και σε διάσπαση εκείνο το μαύρο.με μία βούρτσα

και ένα συνοφρύωμα δεν ξέρω μήπως τελικά γίνεται το αντίθετο. πρώτα τα εισιτήρια ήταν τόσο και μετά θα

είναι άλλο τόσο,διασχίζω τα ψηλά κτήρια και το κατάστημα νέων μηχανών στην άλλη άκρη του δρόμου

που με θαμπώνει. το μαγαζί είναι γεμάτο φωνές και πολύβοους καφέδες,και το κορίτσι που με αγνοεί και με

εξαπατά,περπατάω αντίθετα μέσα στην κυκλοφορία και ένας μικροπωλητής με αγγίζει και με προσπερνάει.

στην απέναντι γωνία πωλούνται διαμερίσματα και ένα σκυλί τα παράνομα παρκόμετρα κλαδεύει.χαιρετώ

όλη την πλάση και επιστρέφω στην κεντρική καρέκλα που βρίσκεται δίπλα από τον καθεδρικό.